Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surfear
01
σερφάρω, περιηγούμαι
navegar por internet de forma recreativa, visitando diferentes sitios web sin un objetivo fijo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
surfeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
surfea
ενεστώτα μετοχή
surfeando
απλός αόριστος
surfeó
παθητική μετοχή
surfeado
Παραδείγματα
Me gusta surfear por internet los domingos por la mañana con un café en la mano.
Μου αρέσει να σερφάρω στο Διαδίκτυο τα Κυριακά πρωί με έναν καφέ στο χέρι.
02
κάνω σέρφινγκ
practicar el deporte del surf
Παραδείγματα
Aprendieron a surfear durante su viaje a Hawaii.
Έμαθαν να κάνουν σέρφινγκ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στη Χαβάη.



























