surfear
Pronunciation
/sˌuɾfeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "surfear"στα ισπανικά

surfear
01

σερφάρω, περιηγούμαι

navegar por internet de forma recreativa, visitando diferentes sitios web sin un objetivo fijo
surfear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
surfeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
surfea
ενεστώτα μετοχή
surfeando
απλός αόριστος
surfeó
παθητική μετοχή
surfeado
Παραδείγματα
No tenía nada que hacer, así que me puse a surfear en el ordenador.
Δεν είχα τίποτα να κάνω, οπότε άρχισα να σερφάρω στον υπολογιστή.
02

κάνω σέρφινγκ

practicar el deporte del surf
surfear definition and meaning
Παραδείγματα
Sueñan con surfear las olas gigantes de Nazaré.
Ονειρεύονται να κάνουν σέρφινγκ στα γιγαντιαία κύματα της Ναζαρέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store