Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visualizar
01
απεικονίζω, φαντάζομαι
formar una imagen mental de algo o representarlo gráficamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
visualizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
visualiza
ενεστώτα μετοχή
visualizando
απλός αόριστος
visualizó
παθητική μετοχή
visualizado
Παραδείγματα
Cierra los ojos y trata de visualizar un lugar que te dé paz.
Κλείσε τα μάτια σου και προσπάθησε να απεικονίσεις ένα μέρος που σου δίνει ειρήνη.



























