Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lijadora
01
τριβείο, ηλεκτρικό τριβείο
una herramienta eléctrica que utiliza una superficie abrasiva para alisar o pulir madera, metal u otros materiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lijadoras
Παραδείγματα
El ruido de la lijadora era ensordecedor en el taller.
Ο θόρυβος της τριβέας ήταν εκκωφαντικός στο εργαστήριο.



























