Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ligero
01
ελαφρύς, όχι έντονος
que pesa poco o no es intenso
Παραδείγματα
Usa un equipaje ligero para evitar cargos extra.
Χρησιμοποιήστε ελαφρύ αποσκευές για να αποφύγετε επιπλέον χρεώσεις.
02
ελαφρύς
que no es pesado ni difícil de digerir
Παραδείγματα
El plato es ligero pero muy sabroso.
Το πιάτο είναι ελαφρύ αλλά πολύ νόστιμο.
03
ελαφρύς, χαμηλό σε αλκοόλ
que tiene poco contenido de alcohol
Παραδείγματα
Prefiero vinos ligeros en lugar de los tintos fuertes.
Προτιμώ ελαφριά κρασιά αντί για δυνατά κόκκινα.
04
ελαφρύς, αδύναμος
que tiene poco peso o intensidad; apenas perceptible
Παραδείγματα
Percibí un ligero sabor amargo.
Αντιλήφθηκα μια ελαφριά πικρή γεύση.
05
μικρός, ελαφρός
que carece de gran importancia o relevancia
Παραδείγματα
Solo hay ligeros cambios en el horario.
Υπάρχουν μόνο ελαφριές αλλαγές στο πρόγραμμα.



























