Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limar
01
λιμάρω
alisar o dar forma a las uñas usando una lima
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
límio
γ΄ ενικό πρόσωπο
límia
ενεστώτα μετοχή
limando
απλός αόριστος
me limé
παθητική μετοχή
limado
Παραδείγματα
Se lima las uñas con mucho cuidado.
Αυτή λιμάρει τα νύχια της με πολλή προσοχή.



























