la limitación
li
li
li
mi
mi
mi
ta
ta
ta
ción
ˈθjon
thyon
licitación

Ορισμός και σημασία του "limitación"στα ισπανικά

La limitación
01

περιορισμός, όριο

restricción o frontera que impide avanzar o aumentar 
la limitación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
limitaciones
Παραδείγματα
La limitación de tiempo dificultó terminar el proyecto. 

Ο περιορισμός του χρόνου δυσκόλεψε την ολοκλήρωση του έργου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store