limpiar
limp
ˈlimp
limp
iar
jaɾ
yar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "limpiar"στα ισπανικά

limpiar
01

καθαρίζω

quitar la suciedad de algo 
limpiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
limpio
γ΄ ενικό πρόσωπο
limpia
ενεστώτα μετοχή
limpiando
απλός αόριστος
limpié
παθητική μετοχή
limpiado
Παραδείγματα
Yo limpio la mesa. 

Εγώ καθαρίζω το τραπέζι.

02

πλένω τον εαυτό μου, καθαρίζω τον εαυτό μου

limpiar o asear el propio cuerpo o algo cercano a uno mismo 
Παραδείγματα
Me limpio las manos antes de comer. 

Πλένω τα χέρια μου πριν φάω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store