unicornio
u
ˌu
oo
ni
ni
ni
corn
ˈkɔtn
kawtn
io
jo
yo

Ορισμός και σημασία του "unicornio"στα ισπανικά

01

μονόκερως, μυθολογικό πλάσμα σε μορφή αλόγου με κέρατο στο μέτωπο

una criatura mitológica con forma de caballo y un cuerno en la frente
el unicornio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
unicornios
Παραδείγματα
El unicornio brillaba con una luz propia en la oscuridad.
Ο μονόκερως έλαμπε με το δικό του φως στο σκοτάδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store