la unanimidad
u
u
oo
na
na
na
ni
ɲi
nii
mi
mi
mi
dad
ˈðað
dhadh

Ορισμός και σημασία του "unanimidad"στα ισπανικά

01

ομοφωνία, πλήρης συμφωνία

acuerdo total entre todas las personas 
la unanimidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Hubo unanimidad en el consejo sobre el nuevo proyecto. 

Υπήρχε ομοφωνία στο συμβούλιο σχετικά με το νέο έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store