Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coreografiar
01
χορογραφώ
crear y planificar la secuencia de movimientos de baile o los pasos para una actuación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
coreografío
γ΄ ενικό πρόσωπο
coreografía
ενεστώτα μετοχή
coreografiando
απλός αόριστος
coreografió
παθητική μετοχή
coreografiado
Παραδείγματα
Ella coreografió una rutina de baile espectacular para el coro.
Αυτή χορογράφησε μια θεαματική ρουτίνα χορού για τη χορωδία.



























