Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La corneta
01
σάλπιγγα σήματος, κόρνετα
un instrumento de viento simple, sin pistones, usado para dar señales
Παραδείγματα
El sonido de la corneta se escuchó en todo el campo.
Ο ήχος της corneta ακούστηκε σε όλο το χωράφι.
02
κορνέτα, μικρή τρομπέτα
un instrumento de viento-metal similar a una trompeta pero con un sonido más suave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cornetas
Παραδείγματα
La forma de la corneta es más cónica.
Το σχήμα της corneta είναι πιο κωνικό.
03
κορνετίστας, αυτός που παίζει κορνέτα
una persona que toca la corneta
Παραδείγματα
Es el mejor corneta de la ciudad.
Είναι ο καλύτερος κορνετίστας της πόλης.



























