Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corear
01
τραγουδώ σε χορωδία
cantar varias personas al mismo tiempo la misma melodía o parte musical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
coreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corea
ενεστώτα μετοχή
coreando
απλός αόριστος
coreé
παθητική μετοχή
coreado
Παραδείγματα
Los fans coreaban el nombre del cantante.
Οι θαυμαστές φώναζαν ρυθμικά το όνομα του τραγουδιστή.
Λεξικό Δέντρο
corear
rear



























