Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corear
01
τραγουδώ σε χορωδία
cantar varias personas al mismo tiempo la misma melodía o parte musical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
coreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corea
ενεστώτα μετοχή
coreando
απλός αόριστος
coreé
παθητική μετοχή
coreado
Παραδείγματα
Los estudiantes empezaron a corear la canción.
Οι μαθητές άρχισαν να τραγουδούν χορωδιακά το τραγούδι.
Λεξικό Δέντρο
corear
rear



























