Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El zigzag
01
ζιγκ-ζαγκ
línea o recorrido formado por giros alternados hacia lados opuestos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zigzags
Παραδείγματα
El camino sube en zigzag por la montaña.
Το μονοπάτι ανεβαίνει ζιγκ-ζαγκ στο βουνό.



























