Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zapear
01
αλλάζω κανάλια
cambiar rápidamente de un canal de televisión a otro usando el control remoto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
zapeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
zapea
ενεστώτα μετοχή
zapeando
απλός αόριστος
zapeé
παθητική μετοχή
zapeado
Παραδείγματα
Ella está zapeando entre los programas de noticias.



























