Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eviscerar
01
εξαγώγιση, αφαίρεση εντόσθων
quitar las vísceras a un animal o a un pez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
eviscero
γ΄ ενικό πρόσωπο
eviscera
ενεστώτα μετοχή
eviscerando
απλός αόριστος
evisceró
παθητική μετοχή
eviscerado
Παραδείγματα
Mi abuelo me enseñó a eviscerar un conejo.
Ο παππούς μου μου έμαθε πώς να εξαφαιρώ τα εντόσθια ενός κουνελιού.



























