Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evolucionar
01
εξελίσσομαι, αναπτύσσομαι
cambiar o desarrollarse gradualmente en forma o función a lo largo del tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
evoluciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
evoluciona
ενεστώτα μετοχή
evolucionando
απλός αόριστος
evolucionó
παθητική μετοχή
evolucionado
Παραδείγματα
Las plantas evolucionan para resistir condiciones extremas.
Τα φυτά εξελίσσονται για να αντέχουν σε ακραίες συνθήκες.



























