evocar

Ορισμός και σημασία του "evocar"στα ισπανικά

evocar
01

προκαλώ

hacer que algo se recuerde o se represente en la mente, o traer algo a la imaginación
evocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
evoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
evoca
ενεστώτα μετοχή
evocando
απλός αόριστος
evocó
παθητική μετοχή
evocado
Παραδείγματα
El libro evoca un mundo imaginario.
Το βιβλίο προκαλεί έναν φανταστικό κόσμο.
02

επικαλούμαι

hacer presente o llamar algo (una idea, recuerdo o entidad) mediante palabras, símbolos o rituales
Παραδείγματα
Evocaron la ayuda de la naturaleza.
Επικαλέστηκαν τη βοήθεια της φύσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store