Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recocer
01
υπερμαγειρεύω, μαγειρεύω υπερβολικά
cocinar un alimento por exceso de tiempo o calor, haciéndole perder su textura y sabor adecuados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recuezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuece
ενεστώτα μετοχή
recociendo
απλός αόριστος
recoció
παθητική μετοχή
recocido
Παραδείγματα
No recuezas la pasta o se pondrá muy blanda.
Μην παραψήσετε τα ζυμαρικά αλλιώς θα γίνουν πολύ μαλακά.



























