recocer
re
re
re
co
ko
ko
cer
ˈθeɾ
ther
recogerreconocer

Ορισμός και σημασία του "recocer"στα ισπανικά

recocer
01

υπερμαγειρεύω, μαγειρεύω υπερβολικά

cocinar un alimento por exceso de tiempo o calor, haciéndole perder su textura y sabor adecuados 
recocer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recuezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuece
ενεστώτα μετοχή
recociendo
απλός αόριστος
recoció
παθητική μετοχή
recocido
Παραδείγματα
No recuezas la pasta o se pondrá muy blanda. 

Μην παραψήσετε τα ζυμαρικά αλλιώς θα γίνουν πολύ μαλακά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store