Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restregar
01
τρίβω, σκουπίζω
frotar una superficie o la piel con fuerza, a menudo con un cepillo o estropajo, para limpiarla a fondo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
restriego
γ΄ ενικό πρόσωπο
restriega
ενεστώτα μετοχή
restregando
απλός αόριστος
restregó
παθητική μετοχή
restregado
Παραδείγματα
Restregó las manos con agua y jabón durante veinte segundos.
Τρίψε τα χέρια του με νερό και σαπούνι για είκοσι δευτερόλεπτα.



























