Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restregar
01
τρίβω, σκουπίζω
frotar una superficie o la piel con fuerza, a menudo con un cepillo o estropajo, para limpiarla a fondo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
restriego
γ΄ ενικό πρόσωπο
restriega
ενεστώτα μετοχή
restregando
απλός αόριστος
restregó
παθητική μετοχή
restregado
Παραδείγματα
Restregó la pintura de su ropa con disolvente.
Τρίψει το χρώμα από τα ρούχα του με διαλύτη.



























