Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resumir
01
συνοψίζω
expresar lo más importante de un texto, discurso o información de manera breve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
resumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
resume
ενεστώτα μετοχή
resumiendo
απλός αόριστος
resumió
παθητική μετοχή
resumido
Παραδείγματα
El periodista resumió la noticia en un párrafo.
Ο δημοσιογράφος περίληψε την είδηση σε μία παράγραφο.



























