resuelto
res
res
res
uel
ˈwel
vel
to
to
to
revuelto

Ορισμός και σημασία του "resuelto"στα ισπανικά

01

αποφασιστικός, ακλόνητος

que muestra determinación firme y decisión para actuar o alcanzar un objetivo 
resuelto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más resuelto
συγκριτικός βαθμός
más resuelto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
resuelto
αρσενικό πληθυντικό
resueltos
θηλυκό ενικό
resuelta
θηλυκό πληθυντικό
resueltas
Παραδείγματα
Ella se mostró resuelta a enfrentar cualquier dificultad. 

Εμφανίστηκε αποφασιστική στο να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δυσκολία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store