Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La manopla
01
γάντι, μανόλα
un guante sin separaciones para los dedos, donde el pulgar tiene su propio compartimento y los otros cuatro dedos están juntos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manoplas
Παραδείγματα
Se quitó las manoplas para poder atarse los cordones.
Έβγαλε τα γάντια του για να μπορέσει να δέσει τα κορδόνια του.



























