el rasgo
ras
ˈras
ras
go
ɣo
gho
liderazgo

Ορισμός και σημασία του "rasgo"στα ισπανικά

01

χαρακτηριστικό, γνώρισμα

una parte o característica distintiva del rostro o del carácter de una persona 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rasgos
Παραδείγματα
Sus rasgos faciales eran muy finos y delicados. 

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν πολύ λεπτά και ευαίσθητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store