Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rasgo
01
χαρακτηριστικό, γνώρισμα
una parte o característica distintiva del rostro o del carácter de una persona
Παραδείγματα
Con los años, sus rasgos se habían suavizado.
Με τα χρόνια, τα χαρακτηριστικά του είχαν μαλακώσει.



























