Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flácido
01
χαλαρός, πλαδαρός
que está blando, sin firmeza y cuelga de manera laxa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más flácido
συγκριτικός βαθμός
más flácido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
flácido
αρσενικό πληθυντικό
flácidos
θηλυκό ενικό
flácida
θηλυκό πληθυντικό
flácidas
Παραδείγματα
Tras la lesión, el músculo de su pierna quedó flácido.



























