la fluctuación
fluc
fluk
φλουκ
tuac
ˈtuaθ
τουαθ
ión
jon
γον
ocupaciónfalsificacióngestación

Ορισμός και σημασία του "fluctuación"στα ισπανικά

La fluctuación
01

διακύμανση, μεταβλητότητα

cambio o variación constante de algo, especialmente de valores, precios o estados 
la fluctuación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fluctuaciones
Παραδείγματα
La fluctuación de los precios afecta la economía. 

Η διακύμανση των τιμών επηρεάζει την οικονομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store