flotar

Ορισμός και σημασία του "flotar"στα ισπανικά

flotar
01

επιπλέω

permanecer en la superficie de un líquido sin hundirse
flotar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
floto
γ΄ ενικό πρόσωπο
flota
ενεστώτα μετοχή
flotando
απλός αόριστος
flotó
παθητική μετοχή
flotado
Παραδείγματα
El aceite flota sobre el agua debido a su densidad.
Το λάδι επιπλέει στο νερό λόγω της πυκνότητάς του.
02

αιωρούμαι

estar suspendido en el aire o en un espacio sin tocar el suelo
flotar definition and meaning
Παραδείγματα
El espíritu parecía flotar en la habitación.
Το πνεύμα φαινόταν να επιπλέει στο δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store