florecer
flo
flo
flo
re
ɾe
re
cer
ˈθeɾ
ther
contraerdependeresconderascender

Ορισμός και σημασία του "florecer"στα ισπανικά

florecer
01

ανθίζω, ανθώ

producir flores o abrirse para mostrar las flores 
florecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
florezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
florece
ενεστώτα μετοχή
floreciendo
απλός αόριστος
floreció
παθητική μετοχή
florecido
Παραδείγματα
Las rosas empiezan a florecer en primavera. 

Τα τριαντάφυλλα αρχίζουν να ανθίζουν την άνοιξη.

02

ανθίζω, ακμάζω

crecer, desarrollarse o manifestarse de manera vigorosa y positiva 
Παραδείγματα
El negocio familiar logró lorecer con el tiempo. 

Η οικογενειακή επιχείρηση κατάφερε να ανθίσει με το πέρασμα του χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store