Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
florecer
01
ανθίζω, ανθώ
producir flores o abrirse para mostrar las flores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
florezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
florece
ενεστώτα μετοχή
floreciendo
απλός αόριστος
floreció
παθητική μετοχή
florecido
Παραδείγματα
Cada primavera, los girasoles florecen en el campo.
Κάθε άνοιξη, οι ηλιοτρόπια ανθίζουν στο χωράφι.
02
ανθίζω, ακμάζω
crecer, desarrollarse o manifestarse de manera vigorosa y positiva
Παραδείγματα
Las ideas innovadoras lorecen en un ambiente creativo.
Οι καινοτόμες ιδέες ανθίζουν σε ένα δημιουργικό περιβάλλον.



























