Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fluctuación
01
διακύμανση, μεταβλητότητα
cambio o variación constante de algo, especialmente de valores, precios o estados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fluctuaciones
Παραδείγματα
Las fluctuaciones en el rendimiento del estudiante son normales.
Οι διακυμάνσεις στην απόδοση του μαθητή είναι φυσιολογικές.



























