Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fluctuación
01
διακύμανση, μεταβλητότητα
cambio o variación constante de algo, especialmente de valores, precios o estados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fluctuaciones
Παραδείγματα
La fluctuación de los precios afecta la economía.
Η διακύμανση των τιμών επηρεάζει την οικονομία.



























