Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eclosionar
01
εκκολάπτω
salir un animal, especialmente un pájaro, un insecto o un pez, de su huevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
eclosiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
eclosiona
ενεστώτα μετοχή
eclosionando
απλός αόριστος
eclosionó
παθητική μετοχή
eclosionado
Παραδείγματα
Los polluelos eclosionan después de 21 días de incubación.
Εκκόλαψη των νεοσσών μετά από 21 ημέρες επώασης.
LanGeek



























