eclosionar
Pronunciation
/ˌeklosjonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "eclosionar"στα ισπανικά

eclosionar
01

εκκολάπτω

salir un animal, especialmente un pájaro, un insecto o un pez, de su huevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
eclosiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
eclosiona
ενεστώτα μετοχή
eclosionando
απλός αόριστος
eclosionó
παθητική μετοχή
eclosionado
Παραδείγματα
Los huevos de los insectos eclosionan en larvas.
Τα αυγά των εντόμων εκκολάπτονται σε προνύμφες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store