echar
e
e
e
char
ˈʧaɾ
char
balardejarcolarbesar

Ορισμός και σημασία του "echar"στα ισπανικά

01

απολύω, διώχνω

hacer que alguien se vaya de un lugar o trabajo 
echar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
echo
γ΄ ενικό πρόσωπο
echa
ενεστώτα μετοχή
echando
απλός αόριστος
eché
παθητική μετοχή
echado
Παραδείγματα
Lo echaron del trabajo por llegar tarde todos los días. 

Τον απέλυσαν από τη δουλειά γιατί άργησε κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store