echar
Pronunciation
/etʃˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "echar"στα ισπανικά

01

απολύω, διώχνω

hacer que alguien se vaya de un lugar o trabajo
echar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
echo
γ΄ ενικό πρόσωπο
echa
ενεστώτα μετοχή
echando
απλός αόριστος
eché
παθητική μετοχή
echado
Παραδείγματα
Echaron al camarero por discutir con un cliente.
Απέλυσαν τον σερβιτόρο επειδή διαφωνούσε με έναν πελάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store