Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
echar
01
απολύω, διώχνω
hacer que alguien se vaya de un lugar o trabajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
echo
γ΄ ενικό πρόσωπο
echa
ενεστώτα μετοχή
echando
απλός αόριστος
eché
παθητική μετοχή
echado
Παραδείγματα
Lo echaron del trabajo por llegar tarde todos los días.
Τον απέλυσαν από τη δουλειά γιατί άργησε κάθε μέρα.



























