Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
echar
01
απολύω, διώχνω
hacer que alguien se vaya de un lugar o trabajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
echo
γ΄ ενικό πρόσωπο
echa
ενεστώτα μετοχή
echando
απλός αόριστος
eché
παθητική μετοχή
echado
Παραδείγματα
Echaron al camarero por discutir con un cliente.
Απέλυσαν τον σερβιτόρο επειδή διαφωνούσε με έναν πελάτη.



























