Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pastar
01
βοσκώ, προβάλλω
comer hierba o plantas que crecen en el campo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pasto
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasta
ενεστώτα μετοχή
pastando
απλός αόριστος
pastó
παθητική μετοχή
pastado
Παραδείγματα
El granjero llevó su ganado a pastar a las tierras altas.
Ο αγρότης πήγε τα ζώα του να βοσκήσουν στα υψίπεδα.



























