Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pasteurizar
01
παστεριώνω
calentar un alimento a una temperatura específica para eliminar microorganismos nocivos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pasteurizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasteuriza
ενεστώτα μετοχή
pasteurizando
απλός αόριστος
pasteurizó
παθητική μετοχή
pasteurizado
Παραδείγματα
Pasteurizaremos la sidra para detener la fermentación.
Θα παστεριώσουμε το μηλίτη για να σταματήσουμε τη ζύμωση.



























