Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dálmata
01
δαλματίας, σκύλος δαλματίας
perro de raza mediana con pelaje blanco y manchas negras usado como mascota y perro de trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dálmatas
Παραδείγματα
El dálmata corre feliz por el parque cada tarde.
Ο δαλματίας τρέχει ευτυχισμένος στο πάρκο κάθε απόγευμα.



























