la dureza
du
du
doo
re
ˈɾe
re
za
θa
tha
cerezapureza

Ορισμός και σημασία του "dureza"στα ισπανικά

01

σκληρότητα

cualidad de ser duro o resistente 
la dureza definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La dureza del metal es muy alta. 

Η σκληρότητα του μετάλλου είναι πολύ υψηλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store