bil
ˈde
de
bil
βil
bil

Ορισμός και σημασία του "débil"στα ισπανικά

01

αδύναμος

que no tiene fuerza o energía 
débil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más débil
συγκριτικός βαθμός
más débil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
débil
αρσενικό πληθυντικό
débiles
θηλυκό ενικό
débil
θηλυκό πληθυντικό
débiles
Παραδείγματα
Después de la enfermedad, me siento muy débil. 

Μετά την ασθένεια, νιώθω πολύ αδύναμος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store