Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El doguillo
01
παγκ, σκυλί παγκ
raza de perro pequeña, de cara arrugada y hocico chato, conocida por ser afectuosa y juguetona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
doguillos
Παραδείγματα
Mi doguillo duerme toda la tarde.
Το doguillo μου κοιμάται όλο το απόγευμα.



























