Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La comadreja
01
κουνάβι, νυφίτσα
pequeño mamífero carnívoro con cuerpo alargado y ágil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
comadrejas
Παραδείγματα
La comadreja se escondió entre las rocas.
Η νυφίτσα κρύφτηκε ανάμεσα στα βράχια.



























