colérico

Ορισμός και σημασία του "colérico"στα ισπανικά

01

θυμωμένος, οργισμένος

que siente o muestra una ira intensa en un momento determinado
colérico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más colérico
συγκριτικός βαθμός
más colérico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colérico
αρσενικό πληθυντικό
coléricos
θηλυκό ενικό
colérica
θηλυκό πληθυντικό
coléricas
Παραδείγματα
Se puso colérico cuando le contaron la verdad.
Έγινε χολερικός όταν του είπαν την αλήθεια.
02

χολερικός, ευέξαπτος

que tiene un carácter propenso a enojarse con facilidad y con frecuencia
Παραδείγματα
De joven era más colérico, pero con la edad se calmó.
Στα νιάτα του ήταν πιο οξύθυμος, αλλά με την ηλικία ηρέμησε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store