Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suturar
01
ράβω
cerrar una herida o una incisión quirúrgica cosiendo la piel con aguja e hilo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sutura
ενεστώτα μετοχή
suturando
απλός αόριστος
suturó
παθητική μετοχή
suturado
Παραδείγματα
Es importante suturar bien para evitar una infección.
Είναι σημαντικό να ράβουμε καλά για να αποφευχθεί μια μόλυνση.



























