suturar
su
su
soo
tu
tu
too
rar
ˈɾaɾ
rar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "suturar"στα ισπανικά

suturar
01

ράβω

cerrar una herida o una incisión quirúrgica cosiendo la piel con aguja e hilo 
suturar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suturo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sutura
ενεστώτα μετοχή
suturando
απλός αόριστος
suturó
παθητική μετοχή
suturado
Παραδείγματα
El cirujano va a suturar la herida después de la operación. 

Ο χειρουργός πρόκειται να ράψει το τραύμα μετά την εγχείρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store