Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustraer
[past form: sustraje][present form: sustraigo]
01
κλέβω
tomar algo sin permiso, especialmente con intención de robar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sustraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sustrae
ενεστώτα μετοχή
sustrayendo
απλός αόριστος
sustraje
παθητική μετοχή
sustraído
Παραδείγματα
Sustraer libros de la biblioteca está prohibido.
Η κλοπή βιβλίων από τη βιβλιοθήκη απαγορεύεται.



























