sustraer
sust
sust
soost
raer
ˈɾaeɾ
raer
amanecerposponerentenderconceder

Ορισμός και σημασία του "sustraer"στα ισπανικά

sustraer
01

κλέβω

tomar algo sin permiso, especialmente con intención de robar 
sustraer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sustraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sustrae
ενεστώτα μετοχή
sustrayendo
απλός αόριστος
sustraje
παθητική μετοχή
sustraído
Παραδείγματα
Alguien intentó sustraer la cartera del bolso. 

Κάποιος προσπάθησε να κλέψει το πορτοφόλι από την τσάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store