Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanar
01
θεραπεύομαι
curar una herida o enfermedad o recuperarse de ella
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sano
γ΄ ενικό πρόσωπο
sana
ενεστώτα μετοχή
sanando
απλός αόριστος
sanó
παθητική μετοχή
sanado
Παραδείγματα
Su cuerpo no lograba sanar por sí solo.
Το σώμα της δεν μπορούσε να θεραπευτεί μόνο του.



























