sanar
Pronunciation
/sanˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sanar"στα ισπανικά

01

θεραπεύομαι

curar una herida o enfermedad o recuperarse de ella
sanar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sano
γ΄ ενικό πρόσωπο
sana
ενεστώτα μετοχή
sanando
απλός αόριστος
sanó
παθητική μετοχή
sanado
Παραδείγματα
Su cuerpo no lograba sanar por sí solo.
Το σώμα της δεν μπορούσε να θεραπευτεί μόνο του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store