posponer
pos
pos
pos
po
po
po
ner
ˈner
ner
amanecerentenderconcedermantener

Ορισμός και σημασία του "posponer"στα ισπανικά

posponer
01

αναβάλλω, καθυστερώ

dejar algo para hacerlo en un momento posterior 
posponer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pospongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pospone
ενεστώτα μετοχή
posponiendo
απλός αόριστος
pospuso
παθητική μετοχή
pospuesto
Παραδείγματα
Tuvimos que posponer la reunión por falta de tiempo. 

Χρειάστηκε να αναβάλουμε τη συνάντηση λόγω έλλειψης χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store