Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
posponer
01
αναβάλλω, καθυστερώ
dejar algo para hacerlo en un momento posterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pospongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pospone
ενεστώτα μετοχή
posponiendo
απλός αόριστος
pospuso
παθητική μετοχή
pospuesto
Παραδείγματα
Tuvimos que posponer la reunión por falta de tiempo.
Χρειάστηκε να αναβάλουμε τη συνάντηση λόγω έλλειψης χρόνου.



























