posponer
Pronunciation
/pˌɔsponˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "posponer"στα ισπανικά

posponer
01

αναβάλλω, καθυστερώ

dejar algo para hacerlo en un momento posterior
posponer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pospongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pospone
ενεστώτα μετοχή
posponiendo
απλός αόριστος
pospuso
παθητική μετοχή
pospuesto
Παραδείγματα
Han pospuesto la entrega del proyecto dos semanas.
Αναβάλλουν την παράδοση του έργου δύο εβδομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store