Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La franja horaria
01
χρονική ζώνη
intervalo de tiempo específico dentro de un día o calendario en el que se realiza una actividad
Παραδείγματα
Las franjas horarias están limitadas.
Τα χρονικά παράθυρα είναι περιορισμένα.
02
ζώνη ώρας, χρονική ζώνη
zona geográfica que tiene la misma hora oficial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
franjas horarias
Παραδείγματα
Cambiar de franja horaria puede causar jet lag.
Η αλλαγή ζώνης ώρας μπορεί να προκαλέσει jet lag.



























