el fraude
frau
ˈfɾaw
frav
de
ðe
dhe

Ορισμός και σημασία του "fraude"στα ισπανικά

01

απάτη

engaño intencional para obtener un beneficio económico o personal 
el fraude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El empresario fue condenado por fraude fiscal. 

Ο επιχειρηματίας καταδικάστηκε για φορολογική απάτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store