Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fraude
01
απάτη
engaño intencional para obtener un beneficio económico o personal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El empresario fue condenado por fraude fiscal.
Ο επιχειρηματίας καταδικάστηκε για φορολογική απάτη.



























