Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mejora
01
βελτίωση
acción o resultado de hacer algo mejor, aumentar su calidad o eficacia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mejoras
Παραδείγματα
La mejora de la tecnología ha facilitado la comunicación.
Η βελτίωση της τεχνολογίας διευκόλυνε την επικοινωνία.



























